Άγιος Βασίλειος
Από τη διδακτορική διατριβή
«ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ ΣΤΟΥΣ ΜΕΣΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ»
του καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΡΔΩΣΗ

Νότια του σημερινού χωριού Άγιος Βασίλειος και σε ελάχιστη απόσταση, διακρίνονται τα λείψανα του ομώνυμου φράγκικου φρουρίου, πάνω σε απότομο ύψωμα της νότιας πλευράς του βουνού Δαφνιά (υψόμ. 556μ.). Το μέρος όπου είναι χτισμένο υψώνεται κάθετα στη δυτική και βόρεια πλευρά ενώ ανεβαίνει ομαλότερα στην ανατολική , η οποία είναι διάσπαρτη από ερειπωμένα σπίτια, μικρών διαστάσεων. Από το σημείο αυτό, καθώς και από την πλευρά του βουνού, μπορεί κανείς να το προσπελάσει. Η φυσική οχυρότητα του λόφου αυτού ήταν κι ένας από τους λόγους πού οδήγησαν τους Φράγκους κυριάρχους στην κατασκευή φρουρίου. Ο δεύτερος και σημαντικότερος λόγος που ανάγκασε τους Φράγκους να χτίσουν το κάστρο οφείλεται στην επίκαιρη θέση του, από το σημείο αυτό μπορούσαν να ασκούν έλεγχο στη γύρω περιοχή. Το φρούριο δεσπόζει των στενών του Αγίου Σώστη και των Δερβενακίων και της μικρής και εύφορης πεδιάδας των Κλεωνών, μέσα από την οποία περνούν όχι μόνο οι δρόμοι προς Άργος αλλά και εκείνος πού ένωνε την κεντρική και τη δυτική Πελοπόννησο με τον Ισθμό, που κέρδισε σε σπουδαιότητα μετά τον ερχομό των Φράγκων.

Το φρούριο τού Αγίου Βασιλείου μελέτησε ο Α. Bon (“La Moree franque”, Paris,1969). Το κατατάσσει μαζί με μερικά άλλα (Καλαβρύτων, Άκοβας, Γλαρέντζας, Χλουμουτσίου, Καρύταινας, Ανδρούσας, Μυστρά, Γερακιού) στα μεγάλα φραγκικά φρούρια. Ο χώρος πού απομονώνεται με τα τείχη είναι αρκετά μεγάλος (225 Χ 130 μ.) και έχει σχήμα αυγού. Στην ανατολική και νότια πλευρά του υψώματος υπήρχαν οχυρώσεις, πού σώζονται ως σήμερα σε μικρό ύψος(το τείχος της ανατολικής πλευράς, που είναι και το μεγαλύτερο σε μήκος, είναι φτιαγμένο με μικρές πέτρες, ανάμεσα στις οποίες διακρίνονται ίχνη συνδετικής ύλης). Στις υπόλοιπες πλευρές οι οχυρώσεις λείπουν, γιατί ή μεγάλη κλίση του εδάφους τις καθιστούσε περιττές. Κατά μήκος του ανατολικού τείχους διακρίνονται θεμέλια πύργων, από τους οποίους δύο σώζονται ως σήμερα σε μεγάλο σχετικά ύψος. Η δόμηση των πύργων είναι πιο επιμελημένη από εκείνη των τειχών και στη βάση τους χρησιμοποιήθηκαν μεγαλύτερες πέτρες. Και οι δύο είναι περίπου τετράγωνοι και σχεδόν όμοιοι. Το πάχος των τοίχων τους ποικίλει από 0.70-1μ. Στον έναν από τους πύργους διασώζονται δύο πολεμίστρες και ένα παράθυρο, ενώ στον άλλον διασώζεται μόνο μία πολεμίστρα.

Στο νοτιότερο σημείο του φρουρίου, πού είναι και το ψηλότερο, είναι χτισμένος ο "κουλάς" πού έχει σχήμα τριγωνικό. Είναι σε μεγάλο βαθμό ερειπωμένος και διασώζεται μικρό μόνο μέρος του ανατολικού τείχους, καθώς και μέρος του επιβλητικού του πύργου (Bon, Moree, σελ.636.:"Στις δύο γωνίες, δυτική και βόρεια, υπήρχαν προμαχώνες πού προεξείχαν, από τους οποίους σήμερα φαίνονται μόνο τα ίχνη, πάνω στο έδαφος. Στο νότιο μέρος ο πύργος σώζεται εν μέρει, είναι ένας ογκώδης τετράγωνος πύργος, 6.80Χ7 μ., πού πρέπει να προεξείχε από το τείχος 2,5 περίπου μέτρα. Αποτελείτο από μία υπόγεια στέρνα, ένα ισόγειο και ένα πάτωμα". Οι πέτρες που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του πύργου είναι μικρών διαστάσεων. Μόνο στις γωνίες του είναι μεγαλύτερες και πελεκημένες ελαφρά. Το πάχος των τοίχων του είναι πολύ μεγάλο (περίπου 1,5 μ.).). Στη νότια πλευρά του φρουρίου, σε ελάχιστη απόσταση ανατολικά του πύργου, βρισκόταν και η πύλη του φρουρίου. Ο χώρος πού καλύπτουν οι οχυρώσεις είναι αρκετά εκτεταμένος και γεμάτος από θεμέλια σπιτιών, μικρών διαστάσεων. Τα σπίτια συνεχίζονται και έξω από τα τείχη, στην ανατολική πλευρά του υψώματος, πού είναι, και η πιο προσιτή (από την ύπαρξη των ερειπωμένων σπιτιών, οι κάτοικοι του Αγίου Βασιλείου ονομάζουν σήμερα το ύψωμα με το κάστρο "Σπιτάκια").
Δεν είναι γνωστό πότε χτίστηκε το φρούριο. Ο A.Bon το χρονολογεί στις αρχές της Φραγκοκρατίας, επειδή παρουσιάζει ομοιότητα με τα φρούρια των Καλαβρύτων και της Άκοβας, πού χτίστηκαν από Φράγκους ευγενείς την ίδια εποχή. Μετά την κατασκευή του, όπως δείχνουν τα έγγραφα εσόδων του Νικολάου Acciaiuoli του 1365, ο Άγιος Βασίλειος έγινε το κέντρο της γύρω περιοχής. Στα ίδια έγγραφα συναντούμε το όνομά του για πρώτη φορά (ο A.Bon πιστεύει ότι ο Άγιος Βασίλειος υπήρχε πριν έρθουν οι Φράγκοι). Στο φρούριο του συγκεντρώνονταν τα έσοδα του φεουδάρχη από τους φόρους πού εισέπρατταν οι υπάλληλοι του. Από την έκταση των εγγράφων και από την ποσότητα των φόρων, βλέπουμε ότι στο φρούριο του Αγίου Βασιλείου υπαγόταν μία αρκετά εκτεταμένη περιοχή της καστελλανίας, τρίτη σε σπουδαιότητα μετά τις περιοχές Κορίνθου και Βασιλικών.

Μετά 12 χρόνια ο Άγιος Βασίλειος (castello de Sancto Basile) συναντάται στον κατάλογο φρουρίων του πριγκιπάτου του Μορέως του έτους 1377, ανάμεσα στα εννέα κάστρα της καστελλανίας της Κορίνθου που ανήκαν στον μεγάλο στρατοπεδάρχη Άγγελο Acciaiuoli. Στο κατάστιχο Α'(σελ.168-169), βρίσκουμε τον Άγιο Βασίλειο να έχει 85 σπίτια (στο ίδιο Κατάστιχο το φρούριο ονομάζεται "κάστρο Τσαγάλ"). Σε σύγκριση με τους άλλους οικισμούς πού αναφέρονται στην ίδια πηγή, έχει τις περισσότερες οικογένειες, μετά την Κόρινθο. Το 1463, με την έκρηξη του Α' Τουρκοβενετικού πολέμου, ο Άγιος Βασίλειος έπεσε για λίγο σε ενετικά χέρια. Το φρούριο μνημονεύεται στους καταλόγους του 1467, 1469 και 1471, κατεστραμμένο από τους διαδοχικούς κυριάρχους, καθώς και στο Κατάστιχο Β'. Στην ιταλική παραλλαγή του Χρονικού του Μορέως ο χρονικογράφος το ταυτίζει με ένα από τα αντίκαστρα πού κατασκεύασαν οι Φράγκοι για να καταλάβουν τον 'Ακροκόρινθο, και συγκεκριμένα με το Πεντεσκούφι (Monte Stuffe). Το τελευταίο όμως γνωρίζουμε ότι βρίσκεται μόλις ένα χιλιόμετρο νοτιοδυτικά του Ακροκορίνθου. Σε παλιούς χάρτες ο Άγιος Βασίλειος συναντάται συχνότατα. Επίσης, συχνά τον βρίσκουμε και σε κείμενα της νεότερης εποχής.