ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
ΕΦΕΥΡΕΣΗ ΚΑΙ ΤΥΠΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ
Από τον υδραλέτη της αρχαιότητας στους
νεότερους παραδοσιακούς νερόμυλους
Του Στέφανου Νομικού
Αρχιτέκτονα, μέλους Ινστιτούτου των Ελληνικών Μύλων (ΙτΕΜ)

Η εκμετάλλευση της ενέργειας που μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο το νερό,
δηλαδή της υδρενέργειας ή υδραυλικής ενέργειας, αναμφίβολα ήταν το πιο σημαντικό
βήμα στην εξέλιξη των μέσων που χρησιμοποίησε για το άλεσμα, αρχικά των
δημητριακών. Κι αυτό, διότι μ£ την εφεύρεση του νερόμυλου πρώτη φορά σκέφθηκε να
αξιοποιήσει φυσική δύναμη για κίνηση μηχανισμού, που έως τότε γινόταν με ζωική ή
ανθρώπινη μυϊκή ενέργεια, αυξάνοντας παράλληλα σημαντικά την παραγωγική
ικανότητα.
Πότε έγινε αυτό μας είναι ακόμη άγνωστο και έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις από
ιστορικούς της τεχνολογίας. Την παλαιότερη γραπτή μαρτυρία πάντως για ύπαρξη
νερόμυλου την έχουμε από τον Στράβωνα, ο οποίος περιγράφοντας τα ανάκτορα του
βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη ΣΤ΄ του Ευπάτορα στα Κάβειρα, αναφέρει
«[...] εν δε τοις Καβείροις τα βασίλεια
Μιθριδάτου κατεσκευάσατο και ο υδραλέτης[...]».
Εκεί τον βρήκαν το 64 π.Χ. οι Ρωμαίοι κατακτητές. Στη συνέχεια, ο Βιτρούβιος,
στο έργο του De architectura, μας δίνει την πρώτη περιγραφή του το 25 μ.Χ.
Αρχικά χρησιμοποιήθηκε η κινητική ενέργεια που παράγεται από τη φυσική ροή των
ποταμών, με την τοποθέτηση όρθιων μικρών φτερωτών πάνω από το ρεύμα του νερού,
το οποίο παρασύροντας προεξέχοντα και βυθισμένα πτερύγια, τις περιέστρεφε. Τον
5ο μ.Χ. αιώνα, κατά πάσα πιθανότητα, σκέφτηκαν να οδηγήσουν το νερό πάνω από τον
τροχό, ώστε πέφτοντας από το κανάλι προσαγωγής του στα πτερύγια της φτερωτής, να
χρησιμοποιείται εκτός από την κίνηση του και η βαρύτητα με τη μικρού ύψους
υδατόπτωση. Στη συνέχεια, τα πτερύγια των τροχών αυτών αντικαταστάθηκαν από
φατνώματα (κουβαδάκια) με πάτο, ώστε το νερό να εγκλωβίζεται ώσπου να αδειάσει
από την περιστροφή, με αποτέλεσμα να επιταχύνεται η κίνηση από το βάρος του. Στα
τέλη περίπου του 19ου αιώνα, οι ξύλινοι αρχικά αυτοί τροχοί μετατράπηκαν σε
βαριές μεταλλικές κατασκευές μεγάλης διαμέτρου, τις ροδάνες.
Με την εφεύρεση του οριζόντιου υδροτροχού, λύθηκε το πρόβλημα κατασκευής
νερόμυλων και σε περιοχές όπου δεν υπήρχε ροή μεγάλης ποσότητας νερού την οποία
απαιτούσε ο όρθιος. Έτσι, μπορούσαν πια να εξυπηρετήσουν και οικισμούς ορεινούς,
αρκεί να υπήρχε κάποιο κεφαλάρι ή ρυάκι, έστω και με μικρή ποσότητα. Παράλληλα,
όμως, προέκυψε η ανάγκη κατασκευής υδραυλικών έργων υποδομής για τη συγκέντρωση
του νερού (νεροκράτες), τη μεταφορά του (νεραύλακα), την αποθήκευση του
(στέρνες) και, τέλος, τη διοχέτευση του στον μηχανισμό κίνησης της εγκατάστασης
(υδατόπυργοι). Η αξία αυτών των έργων μερικές φορές ήταν μεγαλύτερη από την αξία
του ίδιου του μύλου.
Στον ελληνικό χώρο λειτούργησαν και οι δύο βασικοί τύποι νερόμυλου με τις
διάφορες παραλλαγές τους: ο παλαιότερος «ρωμαϊκός» με την όρθια εξωτερική
φτερωτή και κυρίως ο «ανατολικός» ή «ελληνικός» με τη μικρότερη εσωτερική
οριζόντια, ο οποίος ονομάστηκε έτσι γιατί είχε εξαπλωθεί στο βυζαντινό κράτος.
Στον Γεωργικό Νόμο του Ιουστινιανού, μάλιστα, συμπεριλαμβάνονται ειδικές
διατάξεις για τη λειτουργία του.
Διάδοση και χρήσεις
Η διάδοση των νερόμυλων ήταν ευρύτατη στην ηπειρωτική Ελλάδα και στο εσωτερικό
των νησιών, αρκεί να υπήρχε στην περιοχή, έστω και εποχικά, νερό.
Χρησιμοποιήθηκαν σαν αλεστικοί, βασικά για παραγωγή αλευριού και λιγότερο για
άλεσμα δεψικών υλών χρήσιμων στα βυρσοδεψεία (ταμπακόμυλοι), για παραγωγή
μπαρουτιού (μπαρουτόμυλοι) ή κουρασανιού για οικοδομικές εργασίες και, τέλος,
για παραγωγή λαδιού (λαδόμυλοι). Συνήθως κινούσαν ένα ζευγάρι μυλόπετρες
(μονόφθαλμοι) ενώ, όταν υπήρχε μεγαλύτερη ποσότητα νερού, δύο (διόφθαλμοι) και
σπανιότερα περισσότερα. Τους διακρίνουμε επίσης σε αυτούς που λειτουργούσαν όλο
τον χρόνο και στους εποχικούς, που σταματούσαν το καλοκαίρι όταν στέρευε το νερό
(ξερόμυλοι ή ξερικοί μύλοι). Παράλληλα με τους δυο κύριους τύπους, υπήρξαν και
ορισμένα παραδείγματα δευτερευόντων, όπως παλιρροιόμυλοι στο στενό του Ευρίπου,
πλωτοί μύλοι (ποταμόμυλοι) στον Εβρο, θαλασσόμυλοι στην Κεφαλονιά, κ.ά.
Δεν είμαστε ακόμη σε θέση να γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό των ελληνικών
νερόμυλων, μια και η δημιουργία του Αρχείου των Ελληνικών Μύλων μόλις άρχισε.
Εκτιμάται, όμως, ανεξάρτητα από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται, ότι μαζί με
τα άλλα υδροκίνητα εργαστήρια, που πολλές φορές τους συνόδευαν (νεροτριβές και
μαντάνια), πρέπει να πλησιάζουν τους 30.000. Λίγοι εξακολουθούν να αλέθουν έως
σήμερα, έστω και περιστασιακά, σε απομακρυσμένες περιοχές. Ενδεικτικά αναφέρεται
ότι, στην έρευνα που έγινε στον Νομό Αρκαδίας για λογαριασμό του ΠΤΙ ΕΤΒΑ,
βρέθηκαν περισσότεροι από 500, ενώ στον Νομό Κυκλάδων περίπου 300, παρά την
ύπαρξη τόσων ανεμόμυλων και την έλλειψη νερού.
Αρχιτεκτονική και μηχανισμός
Ως προς τη θέση που κτίζονταν, τους συναντάμε μεμονωμένους, σε μικρές ομάδες ή
σε μεγάλα συγκροτήματα, που καμιά φορά είχαν περισσότερους από είκοσι. Όταν ήταν
κτισμένοι μέσα στους οικισμούς, συνήθως τους βρίσκουμε στο κατώι της κατοικίας
του μυλωνά ή πλάι της, ενταγμένους στο οικοδόμημα. Όταν είχαν κατασκευαστεί έξω
από τα χωριά, μέσα σε καλλιεργούμενες εκτάσεις, αποτελούσαν τμήμα του αγροτικού
συγκροτήματος ή ήταν ανεξάρτητα κτίσματα και, τέλος, όταν βρίσκονταν μέσα στις
ποταμιές απομακρυσμένοι, ήταν και πάλι ανεξάρτητα κτίσματα ή συνδυάζονταν με την
κατοικία του μυλωνά. Καμιά φορά σχημάτιζαν αυτόνομους οικισμούς (μυλοχώρια),
στους οποίους διέμεναν μόνο οικογένειες μυλωνάδων.

Η
κατασκευή του κτίσματος των νερόμυλων διέφερε από περιοχή σε περιοχή και
ακολουθούσε τις τοπικές αρχιτεκτονικές συνήθειες και μεθόδους, όπως είχαν
διαμορφωθεί από τα διαθέσιμα υλικά. Έτσι, π.χ., αλλού βρίσκουμε στέγες ξύλινες
κεκλιμένες (μονόρρικτες, δίρρικτες, τετράρρικτες), καλυμμένες με κεραμίδια ή
σχιστόπλακες, αλλού δώματα επίπεδα με διάφορους τρόπους κατασκευής, καμιά φορά
τόξα, θολωτές καλύψεις, κ.ά. Μεγάλες διαφορές συναντάμε και στο μέγεθος τους,
που μπορεί να είναι από πολύ μικρό μονώροφο, που μόλις στέγαζε τον αλεστικό
μηχανισμό και τα σακιά με τα αλέσματα, μέχρι πολύ μεγάλο διώροφο, με άνετους
χώρους, αποθήκες και κατοικίες για την οικογένεια του μυλωνά.
Οι εξωτερικοί τοίχοι συνήθως ήταν πέτρινοι αλλά σε αρκετές περιοχές γίνονταν με
ελαφρότερη κατασκευή, δηλαδή σκελετό συμπληρωμένο με πλίθρες, καλαμωτές
επιχρισμένες, κ.ά. Τις περισσότερες φορές τα κτίσματα των μύλων ήταν μονόχωρα με
δύο επίπεδα στο δάπεδο. Στο χαμηλότερο, αμέσως μέσα από την εξώθυρα, γίνονταν οι
συναλλαγές και η αναμονή των πελατών. Στο υψηλότερο, με διαφορά δύο-τριών
βαθμίδων, γινόταν το άλεσμα. Τα παράθυρα ήταν λίγα (πολλές φορές μονό ένα), το
δάπεδο πλακοστρωμένο ή από πατημένο χώμα, και στις περιοχές όπου είχε κρύο
υπήρχε και τζάκι.
Ο μηχανισμός των νερόμυλων με οριζόντια φτερωτή ήταν κατά πολύ απλούστερος από
τον αντίστοιχο του ανεμόμυλου που απαιτούσε πιο εύκολους χειρισμούς. Τον
αποτελούσαν ο κινητικός που ήταν εγκατεστημένος σε ένα μικρό χώρο κάτω από τον
μύλο (ζωριό ή χούρχουρη), με τη φτερωτή αρχικά ξύλινη και τα τελευταία χρόνιαα
της λειτουργίας τους μεταλλική) και τα βοηθητικά συστήματα ρύθμισης, διακοπής
της λειτουργίας κ.λπ., και ο αλεστικός με τις μυλόπετρες και το βοηθητικό
σύστημα τροφοδοσίας τους. Αντίθετα, οι νεότεροι μηχανισμοί που γύριζαν από τις
μεγάλες ροδάνες ήταν πολύ πιο πολύπλοκοι, με γρανάζια, ιμάντες και άλλα
εξαρτήματα.
Η υδατόπτωση που δίνει τη δυναμική ενέργεια, η οποία παράγεται από τη διαφορά
στάθμης της επιφάνειας του νερού, γινόταν με δύο τρόπους: στον πρώτο
κατασκευαζόταν πύργος κυλινδρικός ή σε σχήμα όρθιου παραλληλεπίπεδου ή τέλος
βαθμιδωτός, που βρισκότανέξω από το περίγραμμα του κύριου κτίσματος του μύλου
και το ύψος του εξαρτιόταν από τη μορφή του εδάφους και το σημείο παροχής του
νερού. Εσωτερικά είχε κατακόρυφη τρύπα μεταβλητής διατομής (στένευε
κατεβαίνοντας), επιχρισμένη με υδραυλική κονία, που γέμιζε νερό, το οποίο, από
σχεδόν οριζόντια έξοδο στο ύψος της φτερωτής, εκτινασσόταν με δύναμη από την
υδροστατική πίεση στα φτερά της και, κτυπώντας τα, την περιέστρεφε. Αυτά
συνέβαιναν όταν το νερό δεν ήταν αρκετό, και το συγκέντρωναν σε δεξαμενές. Όταν,
τους, υπήρχε σταθερή ροή νερού όλο τον χρόνο και σε μεγάλη ποσότητα, τότε
χρησιμοποιούσαν τον δεύτερο τρόπο. Με κανάλι ή υδραγωγείο το οδηγούσαν πάνω από
τον μύλο, απ’ όπου με ξύλινο αγωγό (βαγένι) κατασκευασμένο με διάφορους τρόπους,
κατέβαινε στη φτερωτή. Ο αγωγός τους ακουμπούσε σε βαθμιδωτους ή με κεκλιμένη
παρειά κρέμαση. Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν και μεταλλικά βαγένια.

Αναπαράσταση της νεροτριβής του
μύλου στο Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης Δημητσάνας.
Ιδιοκτησία, αμοιβές, αλεστική ικανότητα
Οι νερόμυλοι κατά κανόνα ανήκαν σε φυσικά πρόσωπα και αποτελούσαν επιχειρήσεις
οικογενειών μυλωνάδων. Πολλοί ανήκαν σε μοναστήρια (καλογερικοί) και λιγότεροι
ήταν εκκλησιαστικοί, κοινοτικοί ή σχολικοί, συνήθως από κληροδοτήματα ή δωρεές.
Εξυπηρετούσαν τους τοπικές ανάγκες και μόνο τα ορεινά, τελείως άνυδρα χωριά
έστελναν αλλού τα αλέσματα τους. Άλεθαν συνήθως κριθάρι και σμιγάδι και πιο
σπάνια σιτάρι, καλαμπόκι και ζωοτροφές, ιδίως τα τελευταία τους χρότους. Η
αμοιβή του μυλωνά (αλεστικό ή αξάι) καταβαλλόταν συνήθως σε είδος με ποσοστό που
άρχιζε από 3% έως 5% σε όγκο, όπου υπήρχε μεγάλη παραγωγή και έφτανε στο
10%-12%, όπου οι μύλοι δούλευαν λίγο. Από το αλεύρι αυτό οι μυλωνάδες κάλυπταν
τους οικογενειακές ανάγκες τους και το υπόλοιπο το πουλούσαν σε ακτήμονες
χωρικούς. Η αλεστική ικανότητα τους μύλου, όσο υπήρχε η απαιτούμενη ποσότητα
νερού, έφθανε τους 100 οκάδες την ώρα και επειδή δούλευε συνήθως δωδεκάωρο,
μπορούσε να αλέσει 1200 οκάδες την ημέρα. Όταν, τους, το νερό ήταν λίγο και
έπρεπε να περιμένουν για να ξαναγεμίσει η στέρνα, με δυσκολία έφθανε τους 200
οκάδες.
Ως γενικό συμπέρασμα των ερευνών που γίνονται τα τελευταία χρόνια θα μπορούσε να
ειπωθεί ότι παντού προτιμούσαν την κατασκευή νερόμυλων, όπου υπήρχε έστω και
λίγο νερό, ακόμη και εκεί όπου οι συνθήκες ήταν πιο ευνοϊκές για τους
ανεμόμυλους, και αυτό συνέβαινε για πολλούς λόγους: δαπάνη και χρόνος κατασκευής
μικρότερα, κίνδυνος ζημιών και φθορών πολύ περιορισμένος, κόπος λειτουργίας και
έξοδα συντήρησης πολύ λιγότερα, λειτουργία ανεξάρτητη από καιρικές συνθήκες,
ελευθερία κατασκευής κοντινών χτισμάτων και, τέλος, γιατί υπήρχε η αντίληψη ότι
οι νερόμυλοι έβγαζαν καλύτερο αλεύρι.
Ορόσημο του τέλους τους λειτουργίας των νερόμυλων στην Ελλάδα θεωρείται ο Β΄
Παγκόσμιος Πόλεμος. Από τότε έχουν εγκαταλειφθεί, και οι περισσότεροι νερόμυλοι
καταρρέουν στα βάθη των ποταμιών, ενώ τα χαλάσματα τους καλύπτονται σιγά-σιγά
από πυκνή βλάστηση. Ελάχιστοι έχουν χαρακτηρισθεί διατηρητέοι και έτσι υπάρχει
κάποια προοπτική διάσωσης τους.