Ακολουθώντας τα
μονοπάτια των Μυκηναίων

Η περιοχή της Πρόσυμνας και η Στεφανιώτικη γη συνορεύουν με το περίφημο ανάκτορο των Μυκηνών και από ότι φαίνεται οι κοιλάδες της Πρόσυμνας,του Κεφαλαρίου και του Στεφανίου είχαν ιδιαίτερη σημασία για τους κατοίκους της ακρόπολης την υστερομυκηναϊκή εποχή.


Αυτό προκύπτει από τα υπολείμματα τεσσάρων αρχαίων μυκηναϊκών δρόμων που με αφετηρία την Πύλη των Λεόντων, σχηματίζουν το καλύτερο διατηρητέο οδικό δίκτυο της Μυκηναϊκής εποχής. Τρεις από τους δρόμους οδηγούν Βόρεια, προς διάφορες περιοχές της Νότιας Κορινθίας. Το τέταρτο οδηγεί Νότια προς την αρχαία Πρόσυμνα και την περιοχή του Ηραίου. Οι δρόμοι αυτοί χρονολογούνται στα μέσα του δέκατου τρίτου αιώνα π.Χ.

Δύο είναι οι δρόμοι που διασχίζουν την Στεφανιώτικη γη. Και είναι προφανές ότι η προσπάθεια που έγινε για την κατασκευή τους, εκφράζει την επιθυμία από πλευράς της ακροπόλεως να ενώσει τις περιοχές αυτές μαζί της.


Ο πρώτος δρόμος - και ο σήμερα καλύτερα διατηρημένος- αναπτύσσεται αρχικά βόρεια, ακολουθώντας την χαράδρα του ποταμού Χάβου. Περνάει την γέφυρα κοντά στη τοποθεσία "Δραγονέρα" και από το πέρασμα ανάμεσα στο Κοντοβούνι και στο Δελόκορμο(Σάρα) ανεβαίνει στο λόφο του Αγριοβουνάκι ή Κοντοβούνι. Από την Ακρόπολη μέχρι το πέρασμα η οδός έχει τελείως διαβρωθεί καθώς το βραχώδες υπόστρωμα μετατρέπεται από ασβεστόλιθο σε φλύσκη. Ενώ ο ασβεστόλιθος αντιστέκεται στη διάβρωση, το στρώμα του φλύσκη διαβρώνεται σταθερά και γρήγορα, με συνέπεια η οδός να διατηρηθεί μόνο στα σημεία όπου ήταν κατασκευασμένη πάνω σε ασβεστόλιθο. Προφανώς τα προληπτικά μέτρα όπως οι οχετοί, τα οποία περιγράφονται παρακάτω και τα οποία ελήφθησαν εναντίων της διαβρώσεως κατά τη διάρκεια δυνατών βροχοπτώσεων, δεν έφεραν κάποιο αποτέλεσμα εδώ.

Το καλύτερα διατηρημένο κομμάτι του δρόμου αναπτύσσεται πάνω στη νότια πλαγιά του Κοντοβουνίου. Η οδός πλάτους 2,20 μέτρων, ακολουθεί κατά προσέγγιση την περιμετρική διαδρομή 400 μέτρων στη νότια πλαγιά του Κοντοβουνίου. Η απότομη πλαγιά καθιστούσε αναγκαίο έναν τοίχο αντιστηρίξεως ο οποίος σε ορισμένα σημεία έχει διατηρηθεί σε ύψος 1 μέτρου και πλέον. Σε αυτόν τον τοίχο αντιστηρίξεως παρατηρούμε συχνές οπές απορροής (αποχετεύσεως), που φθάνουν τις 25 στα πιο προσιτά σημεία, αν και πολύ περισσότερες θα πρέπει να βρίσκονται κρυμμένες κάτω από την πυκνή βλάστηση.

Αυτοί οι υπόγειοι αγωγοί, κατασκευασμένοι σε γενικές γραμμές με τη μορφή της υπέρθυρης δοκού, ισχυροποιούσαν την κατασκευή πάνω στο ασβεστολιθικό υπόστρωμα και ήταν τοποθετημένες σε ακανόνιστα διαστήματα, ανάλογα με τις ανάγκες. Κάτω από τον τοίχο αντιστηρίξεως στην ανατολική πλαγιά του Κοντοβουνίου βρέθηκε θραύσμα από κεραμεικό οχετό το οποίο δείχνει ότι τουλάχιστον κάποιοι από τους οχετούς ήταν εφοδιασμένοι με πήλινες εξόδους. Το γεγονός ότι η οδός ήταν στρωμμένη ακριβώς επάνω στο εκτεθειμένο βραχώδες υπόστρωμα πρέπει να σημαίνει ότι ο ασβεστόλιθος ήταν τόσο απογυμνωμένος κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο όσο είναι και σήμερα. Επομένως η βλάστηση πάνω στους ασβεστολιθικούς λόφους δεν πρέπει να ήταν πολύ διαφορετική από τη σημερινή θαμνώδη βλάστηση. Το οικοδομικό υλικό της οδού είναι ο τοπικός ασβεστόλιθος, κομμένος πρόχειρα σε ογκόλιθους κυκλωπείων διαστάσεων. Σε ορισμένα σημεία ο αρχικός τοίχος έχει ανακατασκευαστεί τη σύγχρονη εποχή για να στηρίζει πεζούλες καλλιεργημένες με ελιές.

Μετά από την έκταση 700 μέτρων καλοδιατηρημένης οδού, στην ανατολική πλαγιά του Κοντοβουνίου, η διάβρωση της ασταθούς ασβεστολιθικής αργίλου έχει και πάλι εξαφανίσει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, την οδό. Πρόσφατες εκσκαφές επιτάχυναν την καταστροφή σε αυτό το σημείο. Ακριβώς πριν από την ρεματιά ανάμεσα στο Κοντοβούνι και στο Κουτσογιάννη (την ανατολική κορυφή του Χαρβατίου) προς τα βόρεια, η οδός εμφανίζεται ξανά και διασχίζει τις κορυφές από τις δύο ρεματιές, σχηματίζοντας δύο γέφυρες, η ανατολικότερη των οποίων αναφέρεται ως Λυκοτρούπι .

Από εκεί και πέρα η οδός ανεβαίνει το νοτιοανατολικό παρακλάδι του Κουτσογιαννιού με μια ελαφρά κλίση, ακολουθώντας την υψομετρική καμπύλη, αρχικά προς τα νοτιοανατολικά και έπειτα προς τα βορειοανατολικά , μια απόσταση συνολικά 650 μέτρων περίπου και έπειτα συναντά μια άλλη ρεματιά η οποία πιθανότατα ταυτίζεται με αυτό που ο Μυλωνάς αποκαλούσε Καλογερικό Μύλο. Μια τεράστια πικροδάφνη σε αυτό το σημείο κρύβει μια τρίτη κυκλώπεια γέφυρα, από την οποία η οδός συνεχίζεται για άλλα 150 μέτρα προς τα βορειοανατολικά.

Φτάνοντας στο ρέμα του Κεφαλαρίου (Αστεριώνα) στρίβει βόρια και ακολουθεί στη συνέχεια την μορφολογία των λόφων στην δυτική όχθη του Αστερίωνα.

Σημεία βλάστησης τα οποία παρατηρούνται από την κορυφή της Ψηλής Ράχης φαίνεται να συνηγορούν σε μια υποθετική συνέχεια της οδού προς τα βόρεια, μέσω της διαχωριστικής γραμμής Αργολίδος και Κορινθίας, προς την κοιλάδα του Αγίου Βασιλείου. Αυτή η υπόθεση ανήκει στον αρχαιολόγο Γεώργιο Μυλωνά και διατυπώθηκε κατά τη διάρκεια των επιτόπιων εργασιών τα πρώτα χρόνια του 1960.

Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώθηκε μετά από επιτόπια έρευνα τον Αύγουστο του 2006 από τους Παναγιώτη Ψύχα, Πατρίσια Βαν ντε Βάλ, Δημήτρη και Αντώνη Παπαντωνίου και τον Γεώργιο Πούλο που εντόπισαν την συνέχεια της οδού στη ανατολική πλευρά του λόφου Λιμνιάτη.
Αυτός ο μυκηναϊκός
δρόμος είναι άριστα κατασκευασμένος, με υπολείμματα ψηλών ξερολιθιών που
στήριζαν την οδό αυτή στις πολυάριθμες πλαγιές των Βουνών που ακολουθεί. Ο
δρόμος αυτός αναμφίβολα σχεδιάστηκε πολύ προσεκτικά από τους Μυκηναίους, μιας
και ακολουθεί την μορφολογία του εδάφους με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγονται οι
απότομες κλίσεις. Το πιο πιθανών είναι να επρόκειτο για αμαξωτή οδό, αφού
βρέθηκαν και ίχνη αρματοτροχιάς σε κάποιο σημείο.
Τοπογραφικά, η
πορεία του δεύτερου δρόμου μπορεί να αποτυπωθεί
ευκολότερα. Η χρήση του συνεχίζεται ως τις ημέρες μας, αφού ο σύγχρονος δρόμος
που συνδέει τα δύο χωριά των Μυκηνών και του Στεφανίου ακολουθεί την πορεία του.
Οι ιστορικοί πιστεύουν ότι ο δρόμος αυτός ήταν ο πρώτος δρόμος που
κατασκευάστηκε με κατεύθυνση την κοιλάδα του Κεφαλαρίου. Ο δρόμος αυτός μετά από
1,5 χλμ. περίπου ανατολικά του ανακτόρου διακλαδίζεται από το πρώτο και
συνεχίζει την πορεία του με ΒΔ κατεύθυνση. Μέχρι πρόσφατα είχε διασωθεί κομμάτι
του δρόμου στην πλαγιά του Προφήτη Ηλία, αλλά καταστράφηκε όταν κατασκευάστηκε ο
δρόμος (χωματόδρομος). Τότε βρέθηκε και η μικρή "νεκρόπολη" που αποτελείται από
θαλαμοειδούς τάφους.

Οι δύο δρόμοι δείχνουν να διασταυρώνονταν στην κοιλάδα του Κεφαλαρίου και
συγκεκριμένα κοντά στο μικρό φρούριο ή "νεροφυλάκιο", τα κυκλώπεια τοίχοι του
οποίου διακρίνονται ακόμα σε μικρό ύψωμα στις όχθες του Αστερίωνα.

Πιστεύεται ότι ο δεύτερος δρόμος συνέχιζε Βόρια προς το πέρασμα του Μαυρονερίου και κατέβαινε στο κάμπο των Αρχαίων Κλεωνών. Ήταν η συντομότερη οδός ανάμεσα στις Μυκήνες και την Κορινθία- αλλά δεν πρέπει να ήταν αμαξωτή λόγου της μορφολογίας του εδάφους. (Ο αρχαιολόγος Γιώργος Μυλωνάς στο Μαυρονέρι και όπου, όπως δηλώνει και το όνομα, υπάρχει πηγή, συνάντησε, αρχαιολογικά υπολείμματα τα οποία χαρακτήρισε ως Ελληνιστικό σημείο φρούρησης και σε ένα λόφο με θέα προς το πέρασμα που συνδέει την Αργολίδα με την πεδιάδα του Αγίου Βασιλείου συνάντησε ένα Μυκηναϊκό οχυρό).

Αντιθέτως ο πρώτος
δρόμος δείχνει να διευκόλυνε την άμεση επικοινωνία με την Κοντοπορεία που
βρισκόταν περίπου 10 χλμ. ανατολικά της κοιλάδας του Κεφαλαρίου, και η οποία
ήταν η πιο σύντομη οδό από την Αργολίδα στα Ίσθμια, όπου βρισκόταν ο τοίχος της
Ίσθμιας, που είχε κατασκευαστεί από του Μυκηναίους προκειμένου να αποκρούσει
εισβολείς τόσο από την θάλασσα όσο και από την στεριά.
Το παλιό καλντερίμι, υπολείμματα του οποίου έχουν επισημανθεί στο παρελθόν λίγο
δυτικότερα του Στεφανίου ίσως να ακολουθούσε τα χνάρια αυτού του μυκηναίκού
δρόμου. Η τοποθεσία "Δίστρατα" που βρίσκεται στο δρόμο προς την κοιλάδα του
Κεφαλαρίου πιθανόν να δόθηκε επειδή στην περιοχή αυτή υπήρχαν κάποτε δύο δρόμοι:
Ίσως ένα σχετικά πρόσφατο καλτερίμι και ο εν λόγο μυκηναϊκός δρόμος. Επίσης η
τοπική παράδοση ότι ο Αγαμέμνων πέρασε πάνω από το άρμα του από το Στεφάνι
οδεύοντας προς τις Μυκήνες μετά την επιστροφή του από τον πόλεμο της Τροίας,
ίσως να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού η Κοντοπορεία ήταν και ο
συντομότερος δρόμος προς το λιμάνι των Κεχρεών που υπήρξε μάλλον το κύριο λιμάνι
των Μυκηναίων.

Η δαπανηρή
κατασκευή αυτών των δρόμων και η συντήρηση τους πρέπει να έγινε για
δύο κυρίως
λόγους:
1. Το μυκηναϊκό κράτος είχε μια οικονομία βασισμένη κυρίως στην γεωργία αλλά και
την κτηνοτροφία. Η επιτυχής εκμετάλλευση και διαχείριση των πόρων ήταν
προϋπόθεση για την λειτουργία του. Έχει επισημανθεί ότι στους αρχαίους χρόνους ο
Αργολικός κάμπος υπήρξε ένα ζεστό και ξηρό μέρος (Παυσανίας). Το επίκεντρο του
ενδιαφέροντος των Μυκηναίων από γεωργικής και κτηνοτροφικής άποψης θα πρέπει
συνεπώς να βρισκόταν στην ορεινή περιοχή ΒΑ του ανακτόρου, δηλαδή στην κοιλάδα
του Κεφαλαρίου και στην κοιλάδα του Στεφανίου που συνεχίζουν και σήμερα (ίσως σε
λιγότερο βαθμό) να αποτελούν αρκετά εύφορες περιοχές, λόγο των υπόγειων υδάτων.
Λέγεται μάλιστα ότι η Μυκήνες αρδευόταν από το ρέμα του Κεφαλαρίου μέσω ενός
υδραγωγείου, υπολείμματα του οποίου σώζονται ακόμη. Σε περιόδους ειρήνης οι
δρόμοι αυτοί πρέπει να βοηθούσαν στην εξασφάλιση της συλλογής της αγροτικής
παραγωγής και στην διευκόλυνση της διαχείρισης της γεωργίας και του εμπορίου.
Τυχών μικροί οικισμοί στην περιοχή θα πρέπει με κάποιο τρόπο να διατηρούσαν την
επικοινωνία με την διοίκηση του ανακτόρου. Ένα αποτελεσματικό οδικό δίκτυο θα
καθιστούσε εφικτή την γρήγορη κυκλοφορία τόσο των ανθρώπων και εμπορευμάτων όσο
και των πληροφοριών.

2. Ο πρώτος δρόμος
κατασκευάστηκε την εποχή που οι Μυκηναίοι φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα
απασχολημένοι με την ανάπτυξη μέτρων ασφαλείας για την αντιμετώπιση κάποιας
ανθρώπινης απειλής. Ως γνωστόν, παρ' όλες τις προφυλάξεις που πήραν, λίγο
αργότερα εκτεταμένες καταστροφές συνέβησαν στα μυκηναϊκά κέντρα, ακολουθούμενες
από την ολοκληρωτική κατάρρευση του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Η πραγματική αιτία
της καταστροφής αυτής ίσως να μην μαθευτεί ποτέ, υπάρχουν όμως αρκετές ενδείξεις
ότι οι Μυκηναίοι είχαν αντιληφθεί την φύση του επικείμενου κινδύνου και έκαναν
τα πάντα για να αποφύγουν την μοίρα που τελικά τους βρήκε. Αυτό δείχνει ότι οι
Μυκηναϊοι κατείχαν πλούτη, η προστασία των οποίων απαιτούσε τέτοια δραστικά
μέτρα.
Ο αναλημματικός τείχος της Ίσθμιας, υπολείμματα του οποίου βρίσκονται σήμερα
κοντά στο χώρο της αρχαίας Ίσθμιας, αποδεικνύει ότι εκτός από εχθρικές επιδρομές
από την θάλασσα, ο κύριος κίνδυνος προερχόταν από την στεριά και συγκεκριμένα
από τον Βορά. Το δίκτυο της άμυνας των Μυκηναίων είχε σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο
ώστε, σε περίπτωση που ο εχθρός κατάφερνε να περάσει το τοίχο, να αποκρουστεί
στα περάσματα προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου (όπως έγινε 3 χιλιετίες
αργότερα κατά την Ελληνική Επανάσταση με τον Δράμαλη). Ο πρώτος και ο δεύτερος
Μυκηναϊκός δρόμος πρέπει να κατασκευάστηκαν κυρίως προκειμένου να εξασφαλίσουν
ένα δίκτυο ελέγχου και άμυνας. Οι δρόμοι αυτοί επέτρεπαν την γρήγορη αποστολή
στρατιωτικών δυνάμεων ή και ενισχύσεων προς όλες τις κατευθύνσεις, ώστε να
σφραγιστούν τα περάσματα της Κοντοπορείας και του Μαυρονερίου. Μια εχθρική
δύναμη που θα έκανε στην συνέχεια την προσπάθεια να περάσει από το κύριο πέρασμα
του Τρητού (Δερβενακίου), θα έπρεπε πιθανόν να αντιμετωπίσει το κύριο σώμα του
Μυκηναϊκου στρατού.
Πηγές:
B.Wells,C.Runnels and E.Zangger,"The Berbati-Limnes Archaeological Survey. The 1980 season”, OpAth 18,1990,207-238
Bronze Age Highways at Mycenae, Anton Jansen, Echos du Monde Classique
1997
The Mycenaean Highways, Richard Hope Simpson, Echos du Monde Classique 1998